ἔξοδος

ἡ ἔξ|οδος 1. выход; 2. выступление войска

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἔξοδος" в других словарях:

  • Έξοδος — η Исход – название второй книги Пятикнижья пророка Моисея, в которой описывается исход евреев из Египта Этим. дргр. < εξ + οδός, οδός «путь, дорога». Словом Έξοδος в Септуагинте названа вторая книга Пятикнижья. В оригинале она именуется по… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἔξοδος — 1 going out fem nom sg ἔξοδος 2 promoting the passage masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έξοδος — Το δεύτερο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο αφηγείται την Έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο ύστερα από αιώνες δουλείας. Τα γεγονότα που αναφέρει η Έ. διαδραματίστηκαν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ειδικών μελετητών, περίπου τον 13o αι. π …   Dictionary of Greek

  • έξοδος — η 1. η μετάβαση από μέσα προς τα έξω, το έβγα:Του απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα. 2. το μέρος από όπου βγαίνει κάποιος: Η έξοδος του θεάτρου. 3. το τέρμα στενής διόδου ή σήραγγας: Η έξοδος του τούνελ. 4. επίθεση που επιχειρούν πολιορκημένοι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έξοδος — [эксодос] ονσ. Θ. выход …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Θεραπευτική Κοινότητα Έξοδος — Οικισμός (61 κάτ.) του νομού Λαρίσης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γιάννουλης …   Dictionary of Greek

  • Μεσολγγίου, Έξοδος — Βλ. λ. Μεσολόγγι (Ιστορία) …   Dictionary of Greek

  • ἐξόδω — ἔξοδος 1 going out fem nom/voc/acc dual ἔξοδος 1 going out fem gen sg (doric aeolic) ἔξοδος 2 promoting the passage masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἔξοδος 2 promoting the passage masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξόδως — ἔξοδος 1 going out fem acc pl (doric) ἔξοδος 2 promoting the passage adverbial ἔξοδος 2 promoting the passage masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔξοδον — ἔξοδος 1 going out fem acc sg ἔξοδος 2 promoting the passage masc/fem acc sg ἔξοδος 2 promoting the passage neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξόδοις — ἔξοδος 1 going out fem dat pl ἔξοδος 2 promoting the passage masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.